δυο λόγια για την δουλειά μου
Επιθυμώντας να γράψω δύο λόγια για την δουλειά μου βρέθηκα αντιμέτωπος με ένα πρόβλημα. Πως γράφεις για ζωγραφικά έργα που τα ίδια αρνούνται τον λόγο. Έτσι αποφάσισα αντί να γράψω για αυτά να γράψω τον λόγο γιατί αρνούμαι να γράψω για αυτά.
Κάθε εξήγηση για το τί υποδεικνύουν αυτά τα έργα δεν θα ήταν παρά μια ερμηνεία. Σίγουρα μεταξύ τους η κάθε ερμηνεία θα είχαν κινά σημεία και θα γύριζαν γύρο από κάποιο γενικό πλαίσιο, όμως καμία από αυτές ακόμα κι αν τις έβαζα όλες μαζί δεν θα μπορούσαν να περιγράψουν αυτό που προσφέρουν αυτά τα έργα. Ο λόγος για τον οποίο συμβαίνει αυτό, είναι γιατί ακριβός ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνούν αυτά τα έργα (όπως και τα περισσότερα ζωγραφικά έργα άλλωστε) είναι με την γλώσσα της εικόνας και όχι του λόγου. Όπως και με την μουσική, όσο κι αν μιλάς για μια συμφωνία του Μότσαρτ ποτέ δεν θα καταλάβεις αν δεν την ακούσης και όταν την ακούσεις τα λόγια για αυτήν θα είναι περιττά. Έτσι και στην ζωγραφική τα λόγια είναι περιττά. Τα χρησιμοποιούμε από συνήθεια, από κεκτημένη ταχύτητα, μιας και έχουμε μάθει όλα να τα ερμηνεύουμε με λόγια.
Έτσι κι εγώ από συνήθεια θα μπορούσα να πω για κάθε μου έργω και μια ιστορία, με το πως το συνέλαβα, πως δημιουργήθηκε, αλλά όλο αυτό δεν θα προσφέρει τίποτα στο ίδιο το έργο, ένα πράγμα θα κάνει μονάχα για να βοηθήσει όλη αυτή η φλυαρία, θα έχει αναγκάσει τον ακροατή όλη αυτήν την ώρα που του μιλάω να καθίσει μπροστά από το έργω και να το παρατηρήσει. Με ένα μεγάλο τίμημα όμως, να κατευθύνω τις αισθήσεις του σύμφωνα με αυτά που εγώ βλέπω, πράγμα που μπορεί να μην ισχύει για εκείνων καθόλου. Γιατί τελικά το μόνο που χρειάζεται ένα έργο είναι χρόνος. Το κάθε έργο θέλει τον χρόνο του για να σου αποκαλυφθεί.
Έτσι την μόνη πυξίδα που μπορώ να προσφέρω στον πρόθυμο θεατή που θα επιδιώξει να βουτήξει στην άβυσσο των εικόνων είναι αυτή της συμβουλής. Των συμβουλεύω να μην κάνει το λάθος να αναζητήσει εννοιολογικά στηρίγματα για να δώσει εξηγήσεις στο κάθε τι που βλέπει. Αυτή είναι μια διαδρομή που θα βγάλει στρεβλά αποτελέσματα. Αλλά να αφήσει ελεύθερες τις οπτικές του αισθήσεις να απορροφηθούν από την ίδια την εικόνα και τον παλμό της. Να ταξιδέψει και να βιώσει εμπειρικά αυτό που βλέπει. Τέλος αν επιθυμεί ας επιδιώξει να βάλει λόγια σε αυτό που βίωσε, θα διαπιστώσει κι ο ίδιος πως πάντα κάτι θα λείπει από αυτά.
«Ότι μάθατε ποτέ για έναν πίνακα είναι πόσο σας αρέσει (και το πολύ πολύ γιατί, αν αυτό σας ενδιαφέρει). Αλλά κι αυτό δεν θα το μάθετε μάλλον ποτέ, παρεκτός κι αν γίνετε κουφός και ξεχάσετε τα γράμματα που ξέρατε. [...] Ότι ακολουθεί δεν είναι παρά μια λεκτική παραμόρφωση.[...] Να γράφουμε μια αντίληψη καθαρά οπτική, είναι σαν να γράφουμε μια πρόταση που στερείται νοήματος. Αυτό ακριβώς. Διότι κάθε φορά που θέλουμε να αναθέσουμε στις λέξεις μια πραγματική εργασία μεταφόρτωσης, κάθε φορά που θέλουμε να τις κάνουμε να εκφράσουν κάτι άλλο πέρα από λέξεις, παρατάσσονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αλληλοαναιρούνται.»
Σάμουελ Μπέκετ
Ο κόσμος και το Παντελόνι.
πολύ καλό το κείμενο.
είναι δικό σου και η τελευταία παράγραφος στα « » του μπέκετ ?
άντε να το εξηγήσεις (με λόγια?!) αυτό στους “κριτικούς” τέχνης. ίσως να έπρεπε να τους γράφουμαι με ήττα, θα τους ταίριαζε νομίζω πιο πολύ!
22/12/2011 at 13:07
οποος το λες, το πρωτο κοματι ειναι το δικό μου και αυτο στα “” ειναι του Μπεκετ.
Χερομαι που σου αρεσε.
22/12/2011 at 13:19
επισήμανση: επηρεασμένη από την αύρα του μπλογκ σου έγραψα γράφουμαι ενώ ήθελα να γράψω (προφανώς) γράφουμε. αυτά για τώρα.
22/12/2011 at 13:08
Pingback: προσεγγίζοντας την τέχνη (ό,τι κι αν είναι αυτό) | kuxumuxu mythologies